Τοποθεσία
Η Μονή της Παναγίας των Ελικών βρίσκεται σε μια έξοχη θέση μέσα στο δάσος της περιοχής ανάμεσα στα χωριά Κάμπος και Τσακίστρα, περί τα 15 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Μονής Κύκκου.
Στην περιοχή, υψομέτρου 880 μέτρων, υπάρχει πηγαίο νερό που αρδεύει μέχρι σήμερα την κοινότητα του Κάμπου. Νότια της Μονής υψώνεται η βουνοκορφή «Τρίπυλος».
Ενδιαφέροντα τοπωνύμια γύρω από τη Μονή αναφέρονται τα «Πάτημαν τ’ Αράκλη (Ηρακλή)», «Καλλίνικος» (πιθανώς όνομα κάποιου μοναχού της Μονής), «Βροΐσια (Αφροδίσια)» και «Πόρος της Ρήγαινας».
Ιστορικά
Τα ιστορικά στοιχεία που αναφέρονται στη Μονή της Παναγίας των Ελικών είναι μηδαμινά, ενώ μέχρι και το 1997 αυτή ήταν ελάχιστα γνωστή. Στον χώρο της μπορούσε κανείς να διακρίνει σωρό από πέτρες, ενώ με δυσκολία διακρίνονταν κάποια ίχνη τοιχοποιίας, με εμφανέστερη την ημικυκλική αψίδα του Ιερού Βήματος στα ανατολικά. Πάνω στα ερείπια, μάλιστα, είχαν φυτρώσει πολλά πεύκα.
Στη δεκαετία του 1950 άρχισε η κατασκευή δασικού δρόμου από την κύρια οδική αρτηρία Κύκκου-Σταυρού της Ψώκας προς τη Μονή των Ελικών και τον Κάμπο. Ο δρόμος πέρασε ελάχιστα μέτρα βόρεια του ναού και, αφού δημιουργήθηκε στροφή ακριβώς γύρω από το Ιερό Βήμα, προχώρησε προς τα νότια. Η διέλευση αυτή του δρόμου, όμως, κατέστρεψε σε μεγάλο βαθμό το νεκροταφείο της Μονής που υπήρχε στα ανατολικά της αψίδας του Ιερού Βήματος, αλλά και τα κελιά και άλλα βοηθητικά κτήρια.
Μέχρι σήμερα διακρίνονται στις παρυφές του δρόμου υπολείμματα των τοίχων των κτισμάτων αυτών, καθώς και οστεολογικό υλικό.
Ανασκαφή
Η ανασκαφική έρευνα στην περιοχή, με σκοπό την αποκάλυψη των ερειπίων της Μονής των Ελικών, πραγματοποιήθηκε από τις 12 μέχρι τις 23 Μαΐου 1997 από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, σε συνεργασία με το Μουσείο της Μονής Κύκκου, αφού τα έξοδα ανέλαβε εξ ολοκλήρου η Μονή Κύκκου.
Η ανασκαφική έρευνα περιορίστηκε ουσιαστικά στον καθαρισμό της εκκλησίας της Μονής από τα μπάζα που είχαν συσσωρευτεί, την κοπή των δένδρων κ.λπ.
Η πληθώρα των σιδερένιων καρφιών που εντοπίστηκαν κατά την ανασκαφή, κυρίως μέσα στον ναό, στήριξε την άποψη ότι αυτός ανήκε στον τύπο των ξυλόστεγων ναών, διαδεδομένων στην οροσειρά του Τροόδους. Ίχνη από πυρκαγιά διαπιστώθηκαν πάνω στο δάπεδο του ναού, ενώ βρέθηκε μεγάλος αριθμός από κάρβουνα, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ίσως ο ναός να καταστράφηκε από πυρκαγιά, η οποία αποτελεί και την κύρια αιτία καταστροφής των περισσότερων ξυλόστεγων ναών της οροσειράς του Τροόδους.
Εκκλησία
Πρόκειται για μονόχωρο ναό διαστάσεων 8,60 μ. σε μήκος και 4,20 μ. σε πλάτος, εξαιρουμένης της αψίδας του Ιερού Βήματος. Οι τοίχοι διατηρούνται σε ύψος από 1 μέχρι 1,5 μέτρο. Ο ναός ήταν κατασκευασμένος από τοπικό λίθο, με μικρά κομμάτια από κεραμίδια στα ενδιάμεσα και χωματοπηλό ως συνδετικό υλικό. Πωρόλιθος χρησιμοποιήθηκε μόνο για την κατασκευή της δυτικής πόρτας του ναού.
Τρεις θύρες φαίνεται ότι διατρυπούσαν τους τοίχους του ναού, ανά μία στον δυτικό, βόρειο και νότιο τοίχο. Στο εσωτερικό υπήρχαν τέσσερις πεσσοί ενσωματωμένοι στον βόρειο και νότιο τοίχο, εκ των οποίων οι δύο στο ανατολικό μέρος ορίζουν τον χώρο του Ιερού Βήματος και οι δύο στο δυτικό δημιουργούν έναν υποτυπώδη νάρθηκα.
Μέσα στον κυρίως ναό ανεβρέθηκε μεγάλος αριθμός από μικρά κομμάτια τοιχογραφιών, ενώ κάποια υπολείμματα βρέθηκαν στα χαμηλά τμήματα των τοίχων.
Πρόκειται κυρίως για διακοσμητικά και γεωμετρικά θέματα. Τοιχογραφίες φαίνεται ότι υπήρχαν και στο εξωτερικό του ναού, όπως υποδεικνύουν υπολείμματα στον δυτικό τοίχο. Το δάπεδο της εκκλησίας βρέθηκε σχεδόν ακέραιο και ήταν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο από κεραμικές πλάκες.
Εργασίες αποκατάστασης
Με το πέρας της ανασκαφής ακολούθησαν κάποιες εργασίες συντήρησης της εκκλησίας. Οι εργασίες αυτές αφορούσαν κυρίως την ενίσχυση και στήριξη της σωζόμενης τοιχοποιίας και του δαπέδου, καθώς και τη διατήρηση των ελάχιστων τοιχογραφικών σπαραγμάτων στη θέση τους.
Επίσης, πραγματοποιήθηκε στέγαστρο για την καλύτερη προστασία των καταλοίπων. Το στέγαστρο είναι δικλινές, παραπέμποντας στις δίρριχτες ξυλόστεγες βασιλικές, τύπο στον οποίο ανήκε και η ερειπωμένη εκκλησία των Ελικών. Είναι κατασκευασμένο από ξύλο και κεραμίδια γαλλικού τύπου.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
-
- Παπαγεωργίου Α., «Ελιτζιών Παναγίας Μοναστήρι», Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τ. 5, Λευκωσία 1986, σ. 56.
- Φιλοθέου Γ., «Η ανασκαφική έρευνα στη Μονή της Παναγίας των Ελικών και η Μονή Κύκκου», Πρακτικά Συνεδρίου: Η Ιερά Μονή Κύκκου στη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Αρχαιολογία και Τέχνη, Λευκωσία 2001, σ. 387-414.
- Κοκκινόφτα Κ., «Η Μονή της Παναγίας των Ηλιακών», Ενατενίσεις 11 (2010), σ. 105-109.
