Author: adkykk
Στέλιος Περδίκης | «Να μην αγοράζουμε προϊόντα αρχαιοκαπηλίας»
Ο γνωστός αρχαιολόγος σχολιάζει στο «Π» τη συμβολή της Τασούλας Χατζηττοφή στους επαναπατρισμούς κυπριακών πολιτιστικών έργων και δη στην υπόθεση Ντικμέν, όταν κατάφερε να γίνει «άνθρωπός της» ο Μισέλ Φον Ράιν, Ολλανδός έμπορος έργων τέχνης
Άστοχη ενέργεια που ακυρώνει όλη την προηγούμενη δουλειά που έγινε επί Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α΄ και είχε ως αποτέλεσμα τη φυλάκιση του Ντικμέν, θεωρεί ο Στέλιος Περδίκης την τακτική που ακολουθείται πλέον για επιστροφή των θρησκευτικών κειμηλίων με την αγορά τους. Ο αρχαιολόγος και διευθυντής του Μουσείου Ιεράς Μονής Κύκκου μιλά για τον σημαντικό ρόλο της Τασούλας Χατζητοφή στην υπόθεση Ντικμέν, την υπόθεση Ντέιβιντ Τζόνσον και τις ενέργειες που πρέπει να γίνονται στους επαναπατρισμούς κυπριακών πολιτστικών έργων.
Τι γνωρίζετε για τη μεγαλύτερη υπόθεση αρχαιοκαπηλίας στην Κύπρο, γνωστή ως υπόθεση Ντικμέν;
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική υπόθεση που ξεκινά στις αρχές του 1997. Η Τασούλα Χατζητοφή μόνη της με συντονισμένες παρασκηνιακές διεργασίες και με πληροφορίες από τον Μισέλ Φον Ράιν, Ολλανδό έμπορο έργων τέχνης και πρώην συνεργάτη του Ντικμέν, καταφέρνει να διεισδύσει στον υπόκοσμο της αρχαιοκαπηλίας και να πλησιάσει τον Αϊντίν Ντικμέν, ίσως τον μεγαλύτερο οργανωμένο αρχαιοκάπηλο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και να οδηγήσει τις γερμανικές αρχές στη σύλληψη και ακολούθως στην καταδίκη και φυλάκισή του. Ώς εδώ η αφήγηση για την υπόθεση Ντικμέν ακούγεται εύκολη. Πίσω απ’ αυτό υπάρχει όμως μεγάλη δουλειά και εκτεταμένοι κίνδυνοι. Για να οδηγήσει τη γερμανική Αστυνομία στα ίχνη του Ντικμέν, η Τασούλα Χατζητοφή εκτός από οικονομικό κόστος, ξόδεψε πολύ χρόνο και ενέργεια, απειλήθηκε η ζωή όχι μόνον της ίδιας αλλά και μελών της οικογένειάς της.
Η υπόθεση Ντικμέν έλαβε χώρα, επί Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α΄, ο οποίος δεν ήθελε να υπάρχει καμιά οικονομική δοσοληψία με τον αρχαιοκάπηλο για επιστροφή των κλεμμένων, προβάλλοντας ισχυρούς λόγους ηθικής. Για αυτόν τον λόγο, η υπόθεση πήρε τη νομική οδό και ο Ντικμέν κατέληξε στη φυλακή. Θεωρώ ότι πρόκειται για ένα μοναδικό σε παγκόσμια κλίμακα γεγονός, μια απλή πρόσφυγας από την Αμμόχωστο να καταφέρει να βάλει φυλακή έναν διαβόητο
μεγαλοαρχαιοκάπηλο στη Γερμανία και να ξεσκεπάσει το διεθνές κύκλωμα αρχαιοκαπηλίας στις κατεχόμενες από την Τουρκία περιοχές της Κύπρου. Από τα 5.500 τεμάχια που εντοπίστηκαν στα διαμερίσματα του Ντικμέν, ο αείμνηστος βυζαντινολόγος, Αθανάσιος Παπαγεωργίου, κατάφερε να ταυτοποιήσει 350 τεμάχια ως κυπριακά. Τα περισσότερα είναι εικόνες, σκεύη κ.λπ., τα οποία επιστράφηκαν στην Αρχιεπισκοπή.
Θεωρείτε ότι υπήρξε υπόσκαψη από κάποιους για τη δόξα μιας τόσο μεγάλης επιτυχίας;
Με την αποκάλυψη της υπόθεσης Ντικμέν η οποία θεωρείται ότι είναι η μεγαλύτερη επιτυχία ανεύρεσης πολιτιστικών θησαυρών ανά τον κόσμο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν φυσικό να ξεκινήσουν να εμπλέκονται οι διάφορες αρμόδιες υπηρεσίες της Δημοκρατίας, επιδιώκοντας να αποκτήσουν ρόλο στην όλη υπόθεση πολλές φορές και εις βάρος της Τασούλας Χατζηττοφή.
Υπάρχει, ωστόσο, μια σοβαρή ειδοποιός διαφορά, η Τασούλα δεν είναι δημόσιος υπάλληλος, δεν πληρώνεται και ό,τι έκανε ήταν από την αγάπη για τον τόπο της. Με πολλούς και διάφορους τρόπους τελικά η Τασούλα περιθωριοποιήθηκε. Με τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Β΄ υπήρξαν αλλαγές στις διαδικασίες που ακολουθούνταν, σε σχέση με την τακτική του προηγούμενου προκαθήμενου της Εκκλησίας της Κύπρου ως προς την απόκτηση-επαναπατρισμό των θρησκευτικών θησαυρών.
Θεωρείτε ότι η τακτική που ακολουθείται για επιστροφή των θρησκευτικών κειμηλίων είναι η ενδεδειγμένη, ή υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να πετύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα;
Όσον αφορά τα πρόσφατα επαναπατρισθέντα αντικείμενα που προέρχονται από τα κατασχεθέντα από τον Ντικμέν, ενώ τεχνοτροπικά ήταν ξεκάθαρο ότι ήταν κυπριακά, δεν ήταν δυνατό να δηλωθεί από πού ακριβώς κλάπηκαν. Εκκλησιαστικοί και κρατικοί παράγοντες αποφάσισαν να τα αγοράσουν από τις γερμανικές αρχές καταβάλλοντας κάποιο χρηματικό ποσό. Η Τασούλα
Χατζητοφή διαχώρισε τη θέση της, χαρακτηρίζοντας απαράδεκτο το γεγονός αυτό. Η ίδια είχε δρομολογήσει παρέμβαση στη γερμανική κυβέρνηση ώστε να δοθούν τα αντικείμενα πίσω στην Κύπρο δωρεάν για λόγους ηθικής, ως ένδειξη καλής θέλησης από πλευράς της γερμανικής κυβέρνησης στο πλαίσιο των 50χρονων από την τουρκική εισβολή. Δεν είναι δυνατόν αντικείμενα,
τα οποία είναι προϊόν αρχαιοκαπηλίας, κάτι που έχει τεκμηριωθεί δικαστικά με την καταδίκη του Ντικμέν, να ερχόμαστε να τα αγοράζουμε. Η δική μου γνώμη είναι ότι η Τασούλα έχει απόλυτο δίκιο. Η αγορά τους ήταν μια άστοχη ενέργεια που ακυρώνει όλη την προηγούμενη δουλειά που έγινε επί Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α΄ και είχε ως αποτέλεσμα τη φυλάκιση του Ντικμέν. Πέραν
της υπόθεσης Ντικμέν υπάρχουν και θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν περιπτώσεις εντοπισμού, στην παγκόσμια αγορά, έργων τέχνης κλεμμένων κυπριακών θησαυρών. Το θέμα του επαναπατρισμού είναι αρκετά πολύπλοκο. Η κάθε υπόθεση πρέπει να τυγχάνει χειρισμού αναλόγως των ιδιαιτεροτήτων της. Εάν δεν υπάρχουν στοιχεία για να πάμε στα δικαστήρια, εάν δεν γνωρίζουμε ποιος τα καπηλεύτηκε τότε, πρέπει να ψάξουμε για άλλες λύσεις. Για παράδειγμα, εάν είναι οικονομικά συμφέρον να αγοράσεις ένα αντικείμενο, παρά να μπεις σε έναν μακροχρόνιο και πολυέξοδο δικαστικό αγώνα με αβέβαιο αποτέλεσμα, τότε χωρίς δισταγμό πρέπει να το αγοράσουμε ή διαφορετικά θα χάσουμε το έργο για πάντα. Ως Κύπρος έχουμε στα χέρια μας τις αποφάσεις δύο εμβληματικών δικών οι οποίες έγιναν εκτός Κύπρου (Κανακαριά-Ινδιανάπολη, Τασούλα Χατζητοφή-Μόναχο), οι οποίες περίτρανα αποδεικνύουν ότι στις κατεχόμενες από την Τουρκία περιοχές της Κύπρου διεξάγεται συστηματική αρχαιοκαπηλία.
Όταν μιλάμε ουσιαστικά για αγορά των θρησκευτικών κειμηλίων για τι ποσά αναφερόμαστε;
Υπήρξαν ανάλογες περιπτώσεις και στο παρελθόν;
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τα ποσά. Υπάρχουν όμως και άλλες περιπτώσεις που αγοράστηκαν κλεμμένοι θησαυροί. Όπως για παράδειγμα, οι δύο μεγάλες εικόνες από τον ναό του Αγίου Ιακώβου στο Τρίκωμο, όπου έγινε εξώδικος συμβιβασμός με τον κάτοχό τους και κάποιοι επιφανείς Κύπριοι πλήρωσαν, όπως και για το ψηφιδωτό του Αποστόλου Ανδρέα από την Παναγία της Κανακαριάς
για το οποίο πάλι πληρώθηκε κάποιο χρηματικό ποσό. Μάλιστα όταν αγοράστηκε το ψηφιδωτό του Αποστόλου Ανδρέα η Χατζηττοφή διαχώρισε τη θέση της με ανακοίνωσή της στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τονίζοντας ότι, όποιος έχει στην κατοχή του ψηφιδωτό της Κανακαριάς δεν μπορεί να απαιτεί χρήματα για την επιστροφή του, ακόμη και συμβολικό ποσό, επειδή η δημοσιότητα γύρω από τη λεηλασία της συγκεκριμένης εκκλησίας και η απόφαση του δικαστηρίου ότι τα ψηφιδωτά της αφαιρέθηκαν με βάναυσο τρόπο και πουλήθηκαν στο εξωτερικό, ήταν εκτεταμένη και γνωστή σε όλο τον κόσμο. Η περίπτωση της δίκης της Ινδιανάπολης που αφορούσε τέσσερα ψηφιδωτά της Κανακαριάς και της υπόθεσης του Μονάχου όπου στην κατοχή του Ντικμέν βρέθηκε σημαντικός αριθμός κλεμμένων θησαυρών της Κύπρου μεταξύ των οποίων τα σπαράγματα ψηφιδωτών της ίδιας εκκλησίας που απεικονίζουν τον Απόστολο Θαδδαίο και τον
Απόστολο Θωμά, μελετήθηκαν από ειδικούς σε διεθνή συνέδρια και αποτελούν παράδειγμα λεηλασίας πολιτιστικής κληρονομιάς για όλο τον κόσμο.
Υπάρχουν και άλλα αντικείμενα από τη συλλογή του Ντικμέν που δεν επέστρεψαν στην Κύπρο;
Σύμφωνα με ισχυρισμούς των κληρονόμων του Ντικμέν, βρίσκεται στην κατοχή τους σημαντική ποσότητα έργων τα οποία έχουν κρυμμένα σε αποθήκες σε διάφορες χώρες. Εδώ είναι που πρέπει να ενεργοποιηθούν οι κυπριακές αρχές, κρατικές και εκκλησιαστικές, για να μπορέσουν να εντοπιστούν και τα υπόλοιπα κυπριακά αντικείμενα. Το ερώτημα ωστόσο είναι ποιοι από τους κρατικούς φορείς και ποια άτομα μπορούν να παρεισφρήσουν στα κυκλώματα των αρχαιοκάπηλων για να εντοπίσουν και τα υπόλοιπα αντικείμενα. Δεν νομίζω ως Κύπρος να είμαστε τόσο τυχεροί ώστε να έχουμε μιαν άλλη Τασούλα η οποία θα μπορέσει να το ξανακάνει.
Ποιες άλλες προσπάθειες βρίσκονται σε εξέλιξη για να επιστρέψουν στο νησί μας άλλοι θρησκευτικοί και πολιτιστικοί ανεκτίμητοι θησαυροί;
Πέρα από την υπόθεση Ντικμέν, μια άλλη πολύ σημαντική υπόθεση, και οφείλονται πολλές ευχαριστίες στην Τασούλα, είναι η υπόθεση Ντέιβιντ Τζόνσον. Πρόκειται για Άγγλο συλλέκτη ο οποίος μέσα από νόμιμες αγορές στην Ευρώπη δημιούργησε μια καταπληκτική συλλογή κυπριακών αρχαιοτήτων στο Λονδίνο. Διευκρινίζω ότι με την αναφορά σε νόμιμες αγορές εννοούμε ότι έχει χαρτιά και αποδείξεις ότι προέρχονται από δημοπρασίες σε ευρωπαϊκές χώρες και δεν
διεκδικούνται από κανένα ως κλοπιμαία. Εδώ και μια δεκαετία το κράτος κωλυσιεργεί για αυτή την υπόθεση. Αρχικά ο Τζόνσον εισηγήθηκε να δωρίσει τη συλλογή του στο Κυπριακό Μουσείο, με μόνο αντάλλαγμα εκεί που θα εκτεθεί, να αναφέρεται ότι είναι η συλλογή του. Η εισήγησή του απορρίφθηκε και το θέμα δεν προχώρησε. Η Τασούλα Χατζητοφή, έφερε σε επαφή τον Τζόνσον με
το Μουσείο Κύκκου για να μας δωρίσει τα αντικείμενα. Έγιναν όλες οι διαδικασίες, υπογράφηκαν οι συμφωνίες και ακόμη και σήμερα παρεμποδίζεται ο επαναπατρισμός τους. Μια άλλη περίπτωση είναι η συλλογή Μαντ (ιδρυτή της Κυπριακής Μεταλλευτικής Εταιρείας γνωστής ως CMC) που σήμερα βρίσκεται στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ και αριθμεί πέραν των 250 κυπριακών αρχαιοτήτων.
Με ενέργειες της υφυπουργού Πολιτισμού, Βασιλικής Κασσιανίδου, όταν ακόμη ήταν καθηγήτριαστο Πανεπιστήμιο Κύπρου, η συλλογή αυτή δωρίσθηκε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου (υπογράφτηκε η σχετική συμφωνία το 2018 επί πρυτανείας Κωνσταντίνου Χριστοφίδη) και αναμένεται ο επαναπατρισμός.
Θέλω να ενημερώσω όσους θέλουν να συμβάλουν στους επαναπατρισμούς κυπριακών πολιτιστικών έργων ότι ο Φον Ράιν, βασικός συνεργάτης του Ντικμέν, έχει πεθάνει πριν από μερικές ημέρες. Αυτός είχε καταθέσει έγγραφο στο οποίο αναφέρει ότι η εικόνα του Αποστόλου Πέτρου που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο είναι προϊόν κλοπής από την Κύπρο μετά την τουρκική εισβολή.
Αναφέρει επίσης ότι ο ίδιος προσωπικά τη μετέφερε από την Κύπρο στην Ελλάδα, την έδωσε σε γνωστό συντηρητή στην Ελλάδα, ο οποίος μετά τη συντήρησή της, την πώλησε στο Βρετανικό Μουσείο. Οι επίδοξοι κυνηγοί κλεμμένων εικόνων ας τα βάλουν με το Βρετανικό Μουσείο και ας επαναπατρίσουν την ιδιαίτερα αξιόλογη εικόνα του Αποστόλου Πέτρου, εξαίρετο έργο βυζαντινής τέχνης του 14ου αιώνα. Η πολιτιστική κληρονομιά ενός τόπου αφηγείται την ιστορία ενός λαού. Η καταστροφή της αποτελεί εργαλείο εθνοκάθαρσης και διαγραφής της Ιστορίας. Γι’ αυτό κάθε προσπάθεια ανάκτησης και επαναπατρισμού της πρέπει να έχει ως κίνητρο την όσο το δυνατόν αποκατάσταση της δικαιοσύνης.
Στυλιανός Περδίκης: «Η αρχαιολογία είναι μια ιδιαίτερη επιστήμη»
Ο αρχαιολόγος Στυλιανός Περδίκης μιλά για την «Αυλή» Τηλλυρίας, στην οποία απασχολείται εδώ 17 χρόνια, ενώ αναλύει τα ευρήματα και το αρχαιολογικό ενδιαφέρον που κρύβει μία απομακρυσμένη περιοχή του νησιού, η οποία μας ταξιδεύει στα προϊστορικά χρόνια
Στον Πύργο Τηλλυρίας βρίσκεται ένα από τα πιο σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα της μεσαιωνικής Κύπρου, όπως αποκαλύπτει στο «Π» ο αρχαιολόγος Στυλιανός Περδίκης, σε συνέντευξή του στην οποία ξεδιπλώνει 17 χρόνια έρευνας, ιστορίας και προσωπικής αφοσίωσης. Ο κ. Περδίκης μιλάει για τα ευρήματα της αρχαιολογικής ανασκαφής που πραγματοποιείται σε μία απομακρυσμένη περιοχή της Κύπρου, η οποία ωστόσο, όπως διαφαίνεται, κατοικείται από τα προϊστορικά χρόνια.
Από το 2008 διευθύνετε την αρχαιολογική ανασκαφή που πραγματοποιείται στον Πύργο Τηλλυρίας και η οποία έφερε στο φως ένα μεσαιωνικό συγκρότημα, πιθανόν μία τοπική φεουδαρχική έπαυλη. Μιλήστε μας γι’ αυτό το εγχείρημά σας.
Αυτή είναι μια ανασκαφή στην τοποθεσία «Αυλή» στον Πάνω Πύργο Τηλλυρίας η οποία ξεκίνησε το 2008 κατόπιν άδειας από τον τότε διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων, τον Παύλο Φλουρέντζο. Επιλέξαμε ειδικά αυτή την ακριτική περιοχή, γιατί θέλαμε να φύγουμε από τα μεγάλα γνωστά αρχαία κέντρα της Κύπρου και να δούμε τι γίνεται αρχαιολογικά σε μια απομακρυσμένη αγροτική-κτηνοτροφική και φτωχή περιοχή του νησιού. Η ανασκαφή διεξάγεται από το Μουσείο Κύκκου σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων.
Ταυτόχρονα, με αυτό τον τρόπο, πρόθεση του μητροπολίτη Κύκκου κ. Νικηφόρου που χρηματοδοτούσε το ανασκαφικό έργο, ήταν να προσφέρουμε εργασία στον τοπικό πληθυσμό ο οποίος ακόμα τότε ήταν τελείως απομονωμένος. Δεν είχαν ανοίξει ακόμη τα οδοφράγματα στον Λιμνίτη και πολλοί άνθρωποι δεν είχαν εργασία. Η συγκεκριμένη θέση είχε επισημανθεί από προηγουμένως μετά από σειρά αρχαιολογικών επισκοπήσεων. Από τότε μαζί με τους συνεργάτες μου δραστηριοποιούμαστε σχεδόν κάθε χρόνο. Ειδική αναφορά πρέπει να κάνουμε στον κ. Γεώργιο Κουμή ο οποίος από το 2008 μέχρι σήμερα είναι ο τεχνικός της ανασκαφής μας.
Σε γενικές γραμμές φέραμε στο φως τα ερείπια ενός εντυπωσιακού κτηριακού συγκροτήματος των μεσαιωνικών χρόνων. Η κατοίκηση του χώρου τοποθετείται κάπου στα τέλη του 12ου αιώνα και συνεχίζεται αδιάλειπτα μέχρι τα μέσα της τουρκοκρατίας (17ος αιώνας). Πρόκειται για μεγάλων διαστάσεων ορθογωνίου σχήματος οικιστικό συγκρότημα το οποίο αναπτύσσεται γύρω από μεγάλη περίκλειστη αυλή. Το οικοδόμημα στην αρχική του φάση ήταν εξ ολοκλήρου δομημένο με ορθογωνισμένους ψαμμιτόλιθους τους οποίους μετέφεραν από λατομεία που βρίσκονταν τρία χιλιόμετρα μακριά στην παραλία του Αγίου Θεοδώρου. Ένα έργο αρκετά δύσκολο και φοβερά δαπανηρό.
Με βάση τα αρχαιολογικά δεδομένα, τα κτήρια ήταν διώροφα, ενώ σε μερικές περιπτώσεις διέθεταν και υπόγειους αποθηκευτικούς χώρους. Η οροφή αποτελείτο από ξύλινη δίρριχτη στέγη καλυμμένη με επίπεδα αγκιστρωτά κεραμίδια.
Για να οικοδομηθεί αυτό το συγκρότημα, αναμφίβολα ξοδεύτηκαν πολλά χρηματικά ποσά. Τα δωμάτια του χώρου είναι ιδιαίτερα μεγάλα, σχεδόν 30 με 40 τ.μ. το καθένα, διώροφα με υπόγειους χώρους και εσωτερικά κλιμακοστάσια, ενώ τα δάπεδα καλύπτονταν από ειδικό ασβεστοκονίαμα με μικρά θαλασσινά βότσαλα. Εσωτερικά έφεραν ερυθρό ή σταχτόχρωμο κονίαμα, χρώμα που παραπέμπει στη μεγαλοπρέπεια του χώρου. Μιλάμε για την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1192-1572) όπου στην Κύπρο επικρατεί το φεουδαρχικό σύστημα.
Οι αυτόχθονες κάτοικοι του νησιού σε καμία περίπτωση δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια για τόσο πολυδάπανες οικοδομές, αφού ζούσαν σε καθεστώς δουλοπαροικίας. Δούλευαν συστηματικά τη γη και τα εισοδήματα κατέληγαν στους φεουδάρχες. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το συγκρότημα αυτό οικοδομήθηκε από ανθρώπους της άρχουσας τάξης. Την εποχή εκείνη, άρχουσα τάξη ήταν οι Φράγκοι φεουδάρχες και η Λατινική Εκκλησία. Και οι δύο εγκαταστάθηκαν διά της βίας στην Κύπρο. Οι Έλληνες κάτοικοι του νησιού συνέβαλαν στην οικοδομή, προσφέροντας δωρεάν εργασία, τις γνωστές αγγαρείες.
Αν και ευρέως γνωστός στο κοινό για τα προβλήματα διακίνησης προς τη Λευκωσία, η περιοχή του Πύργου Τηλλυρίας φαίνεται να έχει αρχαιολογικό ενδιαφέρον.
Ναι, αν και θεωρείται η πιο απομονωμένη περιοχή της Κύπρου, η πλέον δυσπρόσιτη, αφού τα βουνά καταλήγουν στη θάλασσα, εντούτοις, όσο και αν ξενίζει, κατοικείται από τα προϊστορικά χρόνια. Έχουν εντοπιστεί σε διάφορα σημεία οικισμοί της Ακεραμικής περιόδου που μας πάνε πίσω στο 8000 π.Χ. Από τότε υπάρχει μια συνεχής κατοίκηση σε όλη την Τηλλυρία. Έχουμε εγκαταστάσεις της εποχής του χαλκού με μεγάλα νεκροταφεία, και ακολουθείται μια αδιάλειπτη κατοίκηση καθ’ όλον τον αρχαίο κόσμο καθώς και στη μετά Χριστόν εποχή. Θα ήταν παράλειψη αν δεν γινόταν ξεχωριστή αναφορά στο αρχαίο λουτρό στην περιοχή του Μανσούρα με τα γνωστά ψηφιδωτά δάπεδα της «Φύριας της καλής» και στην επιγραφή του Φιλοθάλασσου που τοποθετούνται στον 4οαι. μ.Χ.
Πώς είναι να ασχολείστε με το ανασκαφικό έργο της γενέτειράς σας;
Η αρχαιολογία είναι μια ιδιαίτερη επιστήμη με ξεχωριστούς ανθρώπους. Αυτοί που ασχολούνται με την αρχαιολογία έχουν ένα ξεχωριστό πάθος. Πρέπει να αγαπάς αυτό που κάνεις και πρέπει να σε διακατέχει ένα έντονο αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Το να μου δοθεί μια τέτοια άδεια, για μένα, ήταν κάτι πολύ ιδιαίτερο. Η πραγματοποίηση ενός άπιαστου ονείρου. Επιπλέον, αυτό που προσδίδει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι, αυτό το πράγμα, κατορθώσαμε να το υλοποιήσουμε στον χώρο της γενέτειράς μου. Από τα παιδικά μου χρόνια, πριν ακόμη ασχοληθώ με την αρχαιολογία, θυμάμαι με πόσο ενδιαφέρον άκουγα τον αείμνηστο παππού μου παπά Στυλιανό να διηγείται ιστορίες για τις αρχαιότητες του Πύργου.
Ποια τα ευρήματά σας;
Τα ευρήματα είναι ποικίλα. Μιλάμε για οικιστικό χώρο, όπου συνήθως τα ευρήματα είναι περιορισμένα σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στα νεκροταφεία.
Παρά το ότι ο χώρος έτυχε εκτεταμένης λεηλασίας, γκρεμίστηκαν τα κτήρια, το οικοδομικό υλικό μεταφέρθηκε αλλού, η γη μετατράπηκε σε καλλιεργήσιμη με φυτείες από ελιές και αμυγδαλιές, βρήκαμε έστω και σε περιορισμένο αριθμό σημαντικά ευρήματα όπως τμήμα επίχρυσου μεταλλικού καλύμματος ξύλινου κιβωτίου με επιχρυσωμένη διακόσμηση από δράκους. Ένα ασημένιο κουτάλι με σφραγίδα κατασκευαστή που μας παραπέμπει σε εργαστήριο της Βενετίας. Δύο ασημένια πιρουνάκια από αυτά που σήμερα χρησιμοποιούμε για το γλυκό. Επίσης, βρέθηκαν δακτυλίδια, κυρίως χάλκινα με ημιπολύτιμους λίθους.
Όσα συγκεντρώθηκαν καλύπτουν όλο το φάσμα της κεραμικής της μεσαιωνικής Κύπρου από τα τέλη του 12ου μέχρι το 17ο αιώνα. Έχει διαπιστωθεί ότι αριθμός πινακίων προέρχεται από τη Βενετία, τα γνωστά μαγιόλικα. Άλλα με φαγεντιανή προέρχονται από την κοντινή Συρία.
Όλα αυτά δείχνουν ότι οι ένοικοι του χώρου ήταν άνθρωποι ανώτερης κοινωνικής τάξης. Επίσης, θέλω να κάνω αναφορά στο διαιτολόγιο αυτών των ανθρώπων, το τι έτρωγαν. Μέσα από τα οστά που συγκεντρώθηκαν, τα οποία μελέτησε ο ζωοαρχαιολόγος κ. Άγγελος Χατζηκουμής έχει παρουσιαστεί ένα πολύ μεγάλο φάσμα πτηνών και ζώων με τα οποία τρέφονταν. Γουρούνια, αγρινά, κατσίκια, πρόβατα, βοοειδή, αγριογούρουνα, πέρδικες, λαγοί, τρυγόνια, περιστέρια και διάφορα θαλασσινά. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οστά παγωνιού. Το παγώνι ξέραμε από γραπτές πηγές ότι βρισκόταν ως διακοσμητικό στοιχείο στους χώρους της άρχουσας τάξης. Αυτό το επαληθεύουμε τώρα και με αρχαιολογικό εύρημα στην «Αυλή» Τηλλυρίας.
Σε ποια φάση βρίσκεται το ανασκαφικό σας έργο;
Το όλο έργο βρίσκεται προς το τέλος. Έχουν μείνει ένα με δύο τεμάχια γης τα οποία ακόμη δεν έχουν απαλλοτριωθεί για να ολοκληρωθεί η ανασκαφή. Ταυτόχρονα διεξάγουμε και έργα συντήρησης και ανάδειξης του χώρου ούτως ώστε να είναι σύντομα προσβάσιμος στο ευρύ κοινό. Επιπλέον, γύρω από τον χώρο δημιουργούμε έναν μικρό βοτανικό κήπο με παραδοσιακά φυτά και δέντρα της Κύπρου που χρησιμοποιούνταν σε διάφορες περιόδους όπως κουμανταντά, υγράμβαρη ή ξύλο του αφέντη, φραγκολεμονιά κ.ά. Έτσι ο επισκέπτης θα έχει την ευκαιρία πέρα από τις αρχαιότητες να έρθει σε επαφή με μια άλλη διαφορετική πτυχή της χλωρίδας της Κύπρου.
Ποια άλλα αρχαία έχουν εντοπιστεί στην περιοχή του Πύργου Τηλλυρίας και ποιας περιόδου;
Πριν από κάποια χρόνια γύρω στο 2010, αν θυμάμαι καλά, όταν ανοιγόταν δρόμος στην κοινότητα του Κάτω Πύργου, εντοπίστηκαν δύο τάφοι της Ύστερης Χαλκοκρατίας. Με άδεια του Τμήματος Αρχαιοτήτων τους ανασκάψαμε. Έχουμε έτσι ένα αξιόλογο εύρημα από τάφους της ύστερης εποχής του χαλκού, μια ποικιλία από διάφορα αγγεία μεταξύ των οποίων και μυκηναϊκά που παραπέμπουν στις σχέσεις με τον μυκηναϊκό κόσμο.
Παλαιότερα επί εποχής της Αγγλοκρατίας, στη Μανσούρα, ανακαλύφθηκε λουτρό που τοποθετείται γύρω στον 4ο αιώνα μ.Χ., με δύο γνωστούς ψηφιδωτούς πίνακες που εκτίθενται σήμερα στο Κυπριακό Μουσείο.
Από αρχαιολογικής πλευράς τι άλλο αξίζει να δει κάποιος στον Πύργο Τηλλυρίας;
Πέραν του αρχαιολογικού χώρου «Αυλή» μπορεί να δει το βυζαντινό παρατηρητήριο το οποίο εφάπτεται της γραμμής αντιπαράταξης. Πρόκειται για θαλασσινό παρατηρητήριο-βίγλα με το οποίο έλεγχαν τη θάλασσα. Πιστεύεται ότι είναι οικοδόμημα της εποχής του Αλέξιου Κομνηνού (11ος αιώνας). Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διέθεσε μεγάλα χρηματικά ποσά για να ενισχύσει την άμυνα της Κύπρου, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις σταυροφορίες. Πρόκειται για εξαγωνικό πύργο που σήμερα βρίσκεται σε ερειπιώδη κατάσταση. Είναι από τα ελάχιστα δείγματα που σώζονται στην Κύπρο. Αυτό έχει συντηρηθεί σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων και είναι προσβάσιμο στο κοινό. Σημαντικός είναι και ο ναός της Παναγίας Γαλόκτιστης, ένας βυζαντινός ναός του 11ου αιώνα με τοιχογραφίες του 12ου και 13ου αιώνα. Θεωρείται ως ο ιερότερος χώρος για τους κατοίκους του Πύργου Τηλλυρίας.
Φωτογραφία: Στιγμιότυπο από την ανασκαφική δραστηριότητα.
Εργαστήρια APAC στο Εργαστήριο Συντήρησης του Μουσείου Μονής Κύκκου
Τα Εργαστήρια Χαρακτηρισμού Τέχνης Ανδρέας Πίττας (APAC Labs) του Ινστιτούτου Κύπρου συνεργάζονται με το Εργαστήριο Συντήρησης του Μουσείου της Μονής Κύκκου για τη διεπιστημονική μελέτη επιλεγμένων εικόνων που χρονολογούνται από την ύστερη Μεσαιωνική περίοδο. Συγκεκριμένα, οι ειδικοί και οι φοιτητές των APAC Labs συμμετέχουν στη μελέτη κυπριακών εικόνων από τα τέλη του 16ου αιώνα, ενώ παράλληλα συμμετέχουν σε συναντήσεις εκπαίδευσης συντήρησης που επικεντρώνονται στην τεχνική και τη σημαντικότητα της βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης της Κύπρου.
Οι εικόνες του 16ου αιώνα είναι ζωγραφισμένες στην αποκαλούμενη «Ιταλο-Βυζαντινή» τεχνοτροπία, η οποία χαρακτηρίζεται από έναν μοναδικό συνδυασμό τεχνοτροπικών και εικονογραφικών επιρροών τόσο από τη Βυζαντινή όσο και από τη Δυτικοευρωπαϊκή τέχνη. Η τεχνοτροπία αυτής της τέχνης της περιόδου στην Κύπρο αντικατοπτρίζει τις πολιτιστικές και καλλιτεχνικές ανταλλαγές και διασυνδέσεις της εποχής. Η συστηματική ψηφιακή τεκμηρίωση και επιστημονική ανάλυση αυτών των εικόνων αποσκοπεί στη διευκρίνηση των χρωστικών ουσιών και των καλλιτεχνικών τεχνικών που χρησιμοποιούσαν οι ζωγράφοι κατά την περίοδο αυτή.
Οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε συνεργασία και υπό την επίβλεψη του κ. Χρίστου Καρή διευθυντή του Εργαστηρίου Συντήρησης Εικόνων του Μουσείου της Μονής Κύκκου περιλαμβάνουν τεχνικές δημιουργίας εικόνων με τη χρήση παραδοσιακών μεθόδων και υλικών. Επιπλέον, οι νέοι ερευνητές εκπαιδεύονται σε κάθε βήμα της διαδικασίας συντήρησης, από την αφαίρεση στρωμάτων παλαιού βερνικιού μέχρι τον καθαρισμό και την αναμόρφωση κατεστραμμένων τμημάτων των ζωγραφικών συνθέσεων. Στόχος μας, μέσα από αυτή τη σειρά εκπαιδευτικών συναντήσεων, είναι να εμβαθύνουμε την κατανόηση μας για τις εικόνες ως σημαντικό μέρος της κυπριακής πολιτιστικής κληρονομιάς. Αυτό θα μας επιτρέψει να συμβάλλουμε πιο αποτελεσματικά στην έρευνα, την τεκμηρίωση και τη διατήρηση αυτών των έργων τέχνης.
The Andreas Pittas Art Characterization Laboratories (APAC Labs) of the Cyprus Institute work together with the Conservation Laboratory of the Museum of Kykkos Monastery towards the multi-disciplinary study of selected icons dating from the late Medieval period. Specifically, APAC Labs experts and students participate in the study of Cypriot icons from the late 16th century, while engaging in conservation training sessions concentrating in the technique and the materiality of Byzantine and post-Byzantine art from Cyprus.
The 16th century icons are painted in the so-called ‘Italo-Byzantine’ style, which features a unique blend of stylistic and iconographic influences from both Byzantine and Western European art. The stylistic hybridity of the art of the period in Cyprus reflects the cultural and artistic exchanges and interconnections of the time. The systematic digital documentation and scientific analysis of these icons aim at shedding light into the pigment materials and the artistic techniques used by painters during this period.
The training activities undertaken in collaboration and under the supervision of the Conservation Laboratory of the Museum of the Kykkos Monastery and its Conservation Laboratory incorporate techniques in the creation of icons with the use of traditional methods and materials. Moreover, young researchers are trained in every step of the conservation process, from removing layers of aged varnish to cleaning and retouching damaged portions of the painted compositions. Through this series of training sessions, we aim to deepen our understanding of icons as an important part of Cypriot cultural heritage. This will enable us to contribute more efficiently to the research, documentation, and preservation of these works of art.
Συντήρηση Εικόνας Αρχαγγέλου Μιχαήλ
Κατά την συντήρηση
«24 ΩΡΕΣ» Η Παναγία του Κύκκου μεσα στους αιώνες
«24 ΩΡΕΣ» Στα άδυτα του Μουσείου της Ι.Μ. Κύκκου
Μαρτυρίες και δυσεύρετα πλάνα από έργα που υπερνίκησαν τη φθορά έρχονται σε ένα πλούσιο επεισόδιο… με θησαυρούς ανεκτίμητης αξίας!
Τα επτασφράγιστα μυστικά του αποκαλύπτει το Μουσείο της Ιεράς Μονής Κύκκου σε ένα ξεχωριστό επεισόδιο στις «24 ΩΡΕΣ», στον ALPHA Κύπρου. Σε πρώτο πλάνο τα έργα που υπερνίκησαν τη φθορά, την αποσύνθεση και τον αφανισμό, αλλά και οι αφανείς ήρωες που «κρύβονται» πίσω από τη συντήρηση των ανεκτίμητων αυτών θησαυρών. Πόσο εύκολα ή δύσκολα άνοιξαν οι πύλες του Μουσείου.
Το Σάββατο 11 Φεβρουαρίου στις 18:45, ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου βαδίζει στα μονοπάτια της ιστορίας και του πολιτισμού. Ανοίγει την πόρτα του Μουσείου της Ιεράς Μονής Κύκκου και εισέρχεται στα άδυτά του. Ποιο είναι το σπουδαίο χειρόγραφο της Επτακώμης, η ιστορία του οποίου θυμίζει σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Μαρτυρίες, δυσεύρετα πλάνα και ανεκτίμητα εκκλησιαστικά κειμήλια έρχονται στην οθόνη, μονοπωλώντας το ενδιαφέρον.
Δεν πρόκειται για ένα Μουσείο αποκομμένο από τον λειτουργικό χώρο των έργων, ούτε ένα κτίριο που εκθέτει έργα μόνο για την καλλιτεχνική τους αξία. Είναι ένα Μουσείο που βρίσκεται στον χώρο της ίδιας της Μονής και αποτελεί μέρος της -όπως το σκευοφυλάκιο. Παρουσιάζει εικόνες, ιερά σκεύη, ξυλόγλυπτα, άμφια, κεντήματα, χειρόγραφα και άλλα, ως μέρος της ζωντανής λατρείας και της ιστορίας της Μονής, και όχι μόνο…
Επίσης, η εκπομπή εισέρχεται στον πυρήνα του Μουσείου. Εκτός από τον διευθυντή θα γνωρίσει και τους επιστήμονες που έχουν αναλάβει τη διαδικασία συντήρησης και ανάδειξης των θησαυρών, πολλοί εκ των οποίων προέρχονται και από την κατεχόμενη γη μας. Σε σκηνοθεσία Γιώργου Νταούλη, μην χάσετε ένα επεισόδιο που εισχωρεί στην ιστορία του Μουσείου της Ιεράς Μονής Κύκκου. Μέσα από τα κειμήλια ξεδιπλώνεται η σπουδαία ιστορία της ίδιας της Μονής, ενώ ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου και η ομάδα του ετοιμάζονται να «αγγίξουν» τα σημαντικότερα κειμήλια. Μαρτυρούν άλλες εποχές και κρύβουν πολλά μυστικά που θα προκαλέσουν δέος στους τηλεθεατές…
Παναγία του Σίντη
Αγία Μονή
Φωτεινά Μονοπάτια – Μοναστήρια της Κύπρου
Η Ιερά Μονή Κύκκου είναι μια από τις μεγαλύτερες και πιο ιστορικές ιερές μονές της Κύπρου. Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της οροσειράς του Τροόδους, σε υψόμετρο περίπου 1.300 μέτρων και ιδρύθηκε στα τέλη του 11ου αιώνα από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α’ Κομνηνό.
Κέντρο αναφοράς της ιεράς μονής είναι η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Ελεούσας (του Κύκκου), που παριστάνει την Παναγία Βρεφοκρατούσα (Παναγία που κρατά το μωρό Ιησού), ζωγραφισμένη σύμφωνα με την παράδοση από τον Ευαγγελιστή Λουκά.
Βόρεια του μοναστηριού βρίσκεται ο «θρόνος της Παναγίας». Παλαιότερα υπήρχε ένας ξύλινος θρόνος εκεί, όπου έβαζαν την Αγία Εικόνα και προσεύχονταν στην Παναγία. Κατά τη Λατινική εποχή το μοναστήρι διατήρησε και διαιώνισε την παράδοση, την ελληνική γλώσσα και την ιστορική μνήμη μέσα από εκκλησιαστικά κείμενα. Το Μουσείο της Ιεράς Μονής Κύκκου είναι ένα μοναδικό πολιτιστικό και ιστορικό ίδρυμα.
Η τεράστια συλλογή από υπέροχες αρχαιότητες, έργα τέχνης και θησαυρούς, αποκαλύπτει την ιστορία της Κύπρου, αλλά και το μεγαλείο της ιστορίας του μοναστηριού.
