Μονή Παναγίας του Σίντη

Ανατολική είσοδος της μονής μετά από τις εργασίες αποκατάστασης

Ανατολική είσοδος της μονής μετά από τις εργασίες αποκατάστασης

Τοποθεσία
Το μοναστήρι της Παναγίας του Σίντη βρίσκεται στην επαρχία Πάφου, νοτιοανατολικά του χωριού Πενταλιά. Από τα γειτονικά χωριά Σαλαμιού, Πενταλιά, Αγία Μαρίνα, Κελοκέδαρα και Νατά, είναι προσπελάσιμο από χωμάτινους δρόμους. Είναι κτισμένο στη δυτική όχθη του χείμαρρου Ξεροπόταμου, στη συμβολή του με το αργάκι του Σίντη. Το επώνυμο του μοναστηριού προήλθε από το αργάκι αυτό. Ο Σίντης αναφέρεται ως ομηρική λέξη, και ετυμολογείται από το ρήμα σίνομαι, που σημαίνει βλάπτω/καταστέφω. Το μοναστήρι της Παναγίας του Σίντη αποτελεί ένα από τα αυθεντικότερα δείγματα μοναστηριακής αρχιτεκτονικής στην Κύπρο (χωρίς σύγχρονες επεμβάσεις) με σημαντική αρχαιολογική, ιστορική, αρχιτεκτονική και αισθητική αξία. Αξιοσημείωτη επίσης είναι η τέλεια ένταξη και εναρμόνισή του με το περιβάλλον της περιοχής, ως προς τους όγκους, τα υλικά και τα χρώματα. Ως σύνολο η περιοχή αυτή αποτελεί για την Κύπρο ένα αξιόλογο και μοναδικό πολιτιστικό τοπίο.
Ιστορικά
Οι ιστορικές πηγές σχετικά με την ίδρυση του μοναστηριού είναι ελάχιστες. Η παλαιότερη γραπτή αναφορά για το μοναστήρι γίνεται σε χειρόγραφο της Βενετοκρατίας. Η μονή αναφέρεται επίσης σε Οθωμανικά έγγραφα, που βρίσκονται στα αρχεία της μονή Κύκκου. Σύμφωνα με έγγραφο του 1603, στις αρχές του 17ου αιώνα οι Τούρκοι προσπάθησαν ανεπιτυχώς να μετατρέψουν την εκκλησία σε τζαμί. Σημαντικό στοιχείο είναι η χρονολογία ΑΦΜΒ (1542) που βρέθηκε χαραγμένη σε λίθο στη γένεση του ανατολικού τόξου του τρούλου. Το μοναστήρι του Σίντη, πιθανόν να ήταν αρχικά αυτοτελής μονή, αργότερα όμως έγινε μετόχι της μονής Κύκκου. Αυτό αναφέρει και ο Ρώσσος μοναχός Βασίλειος Μπάρσκυ, ο οποίος το επισκέφθηκε το 1735. Αναφέρει ότι το μοναστήρι είχε τότε τρεις μοναχούς, που καλλιεργούσαν τα κτήματα. Μνημονεύει ακόμα το πηγάδι στο μέσο της αυλής και τους δύο γειτονικούς νερόμυλους, που ανήκαν στο μοναστήρι και οι οποίοι σώζονται μέχρι σήμερα. Το μοναστήρι επισκέφθηκαν στις αρχές του 19ου και 20ού αιώνα αρκετοί περιηγητές. Σύμφωνα με μαρτυρίες μοναχών του Κύκκου, το μοναστήρι λειτουργούσε μέχρι το 1927. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 η κτηματική περιουσία πωλήθηκε σε κατοίκους γειτονικών χωριών και η μεγάλη αυλή μετατράπηκε σε μάντρα. Ετσι ερημώθηκε η μονή και τα κτίσματα υπέστησαν μεγάλες ζημιές από τους σεισμούς. Το 1966 το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου κήρυξε το μοναστήρι Αρχαίο Μνημείο Β’ πίνακα, χωρίς όμως να προβεί σε καμμιά συντήρησή του.
Παράδοση
Τοπική παράδοση αναφέρεται στην οικοδόμηση της εκκλησίας της Παναγίας του Σίντη από έναν κτίστη, ο οποίος ήταν μαθητής του μάστορα που έκτισε τη γειτονική μικρή εκκλησία της αγίας Παρασκευής. Τελειώνοντας το έργο του, ο μαθητής υπερήφανος, κάλεσε τον δάσκαλό του να το θαυμάσει. Ανέβηκαν λοιπόν πάνω στη στέγη, για να δουν τον τρούλο. Και ο δάκσαλος, βλέποντας από μακριά πόσο φτωχότερη ήταν η δική του εκκλησία, ζήλεψε που ο μαθητής τους τον είχε ξεπεράσει στην τέχνη. Έτσι, έσπρωξε τον μαθητή, που έπεσε κάτω και σκοτώθηκε.
Περιγραφή
Τα μοναστηριακά κτίσματα είναι πετρόκτιστα, και αναπτύσσονται σε τρεις πτέρυγες σε σχήμα Π, γύρω από τη μεγάλη λιθόστρωτη αυλή. Σήμερα υπάρχουν τρεις είσοδοι στη Μονή: στα βόρεια, ανατολικά και νότια. Η ανατολική πτέρυγα είναι διώροφη και πιθανόν να αποτελούσε τον χώρο διαμονής των μοναχών. Η πρόσβαση στον όροφο γινόταν από εξωτερική σκάλα. Η βόρεια πτέρυγα περιλαμβάνει και την αρχική κύρια είσοδο της μονής, που είναι καλυμμένη εσωτερικά με κυλινδρικό θόλο. Δυτικά της εισόδου βρίσκονται το συνοδικό, το μαγειρείο και η τράπεζα, με ηλιακό προς την αυλή. Η δυτική πτέρυγα, όπως και η βόρεια, είναι μονώροφη, και περιλαμβάνει σειρά από βοηθητικά δωμάτια-αποθήκες.
Εκκλησία
Το καθολικό της μονής καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της νότιας πλευράς της αυλής. Αποτελεί ένα αξιόλογο δείγμα μονόχωρου ναού με τρούλο της μεταβυζαντινής περιόδου στην Κύπρο. Η κάλυψή του γίνεται κατά μήκος με ένα ελαφρά οξυκόρυφο κυλινδρικό θόλο, ο οποίος στο μέσο περίπου διακόπτεται από μεγάλο τρούλο, που στηρίζεται πάνω σε τέσσερα σφαιρικά τρίγωνα. Εξωτερικά ο κυλινδρικός θόλος καλύπτεται με δικλινή στέγη και βυζαντινού τύπου κεραμίδια, ενώ ο τρούλος εμφανίζει οκταγωνικό τύμπανο με τέσσερα μονόλοβα παράθυρα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το εκπληκτικό ύψος του ναού σε σχέση με το πλάτος του. Σε πολλά μορφολογικά στοιχεία του ναού είναι εμφανείς δυτικές/φραγκικές επιδράσεις, όπως τα λίθινα περιθυρώματα και ιδιαίτερα η διαμόρφωση της βόρειας θύρας, που ανοίγει στην αυλή, καθώς και ο κυκλικός φεγγίτης πάνω από τη δυτική είσοδο. Η νότια είσοδος του ναού έκλεισε αργότερα με λιθοδομή και έμεινε φραγμένη μέχρι σήμερα. Το εικονοστάσι της εκκλησίας διετηρείτο στη θέση του μέχρι το 1956. Αργότερα, μερικά τεμάχια χάθηκαν γι’ αυτό και οι τρεις οριζόντιοι κοσμήτες του, οι οποίοι αποτελούν εξαίρετα δείγματα ξυλογλυπτικής τέχνης του 16ου αιώνα, καθώς και οι εικόνες συντηρήθηκαν και εκτίθενται στο Μουσείο της Ιεράς Μονής Κύκκου. Στη θέση του παλιού εικονοστασίου, τοποθετήθηκε πιστό αντίγραφο.
Εργασίες αποκατάστασης
Η εγκατάλειψη του μοναστηριού τα τελευταία χρόνια είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση αρκετών τμημάτων των κτισμάτων του. Η περαιτέρω έκθεσή του στις καιρικές συνθήκες θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε κατάρρευση και συνεπακόλουθα σε ολοκληρωτική καταστροφή του μνημείου. Για τους πιο πάνω λόγους, η συντήρηση και στερέωσή του κρίθηκε επιτακτική ανάγκη. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 1994 και ολοκληρώθηκαν τρία χρόνια μετά. Οι επέμβασεις αφορούσαν κυρίως στη στήριξη, στερέωση και συντήρηση ολόκληρου του μνημείου. Πρωταρχικός στόχος, υπήρξε η διατήρηση της αυθεντικότητας του μνημείου και η ελάχιστη δυνατή επέμβαση σε αυτό. Αποφεύχθηκε η πλήρης αποκατάσταση των μοναστηριακών κτισμάτων, εφόσον η πράξη αυτή θα έθετε σε κίνδυνο την ιστορική και αρχιτεκτονική αξία του, αφού θα οδηγούσε σε υποθετικές αναπαραστάσεις, λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων. Ετσι, τα κτίσματα διατηρήθηκαν στην υπάρχουσα μορφή τους και οι τοίχοι συμπληρώθηκαν και ενισχύθηκαν μόνο όπου κρίθηκε στατικά απαραίτητο. Η αφαίρεση μεταγενέστερων προσθηκών έγινε μόνο όπου αυτές ήταν μικρής αξίας και αυτό θα βοηθούσε ουσιαστικά στην ανάδειξη του μνημείου. Η εκκλησία αποδόθηκε ξανά στη λατρεία και όλο το μοναστηριακό σύνολο προσφέρεται για προσκυνητές και επισκέπτες ως ένας ανοικτός μουσειακός-αρχαιολογικός χώρος. Το μοναστήρι της Παναγίας του Σίντη βραβεύτηκε με Τιμητικό Δίπλωμα της Europa Nostra 1997 για την επιτυχή συντήρηση και αποκατάστασή του με τη χρήση ορθών τεχνικών μεθόδων και για τον σεβασμό και την διατήρηση του χαρακτήρα του μνημείου.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • Στυλιανού Α. και Ι., «Το μετόχιον του Σίντη της Ιεράς Μονής Κύκκου», Κυπριακαί Σπουδαί 19 (1956), 37-42.
  • Παπαγεωργίου Α., «Σίντη Παναγίας Μοναστήρι», Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τ. 12, Λευκωσία 1990, 213.
  • Πετροπούλου Ε., Φιλοκύπρου Μ., «Συντήρηση και αποκατάσταση του Μοναστηριού της Παναγίας του Σίντη (Μετόχι της Ιεράς Μονής Κύκκου)», Πρακτικά Συνεδρίου: Η Ιερα Μονή Κύκκου στη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Αρχαιολογία και Τέχνη, Λευκωσία 2001, 415-435.
  • Χρυσοχού Ν., «Η Ιερά Μονή της Παναγίας του Σίντη (επαρχίας Πάφου): Ένα δείγμα της Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής την περίοδο της Ενετοκρατίας στην Κύπρο», Πρακτικά του Τρίτου Διεθνούς Κυπρολογικού Συνεδρίου, (Λευκωσία 16-20 Απριλίου 1996), τ. Β΄ Μεσαιωνικό Τμήμα, Λευκωσία 2001, 147-153.
  • Χρυσοχού Ν., Η αρχιτεκτονική της ορθοδόξου μονής της Παναγίας του Σίντη στην Πάφο, Λευκωσία 2003. (Ανέκδοτη διδακτορική διατριβή).
  • Κοκκινόφτας Κ., Θεοχαρίδης Ι., Μετόχια της ιεράς μονής Κύκκου: Παναγία του Σίντη, Λευκωσία 2006.